μονή


μονή
[мони] ουσ. Θ. монастырь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μονή" в других словарях:

  • Μονή —         (mоne); μονή πρόοδος επιστροφή (mone proodos epistrophe) (греч.) пребывание; пребывание похождение возвращение. У Прокла моменты триады: пребывающее в себе единство переход его во множество возвращение единства к себе. Философский… …   Философская энциклопедия

  • μονή — η монастырь: η μονή Ιβήρων στο Άγιον Όρος Иверский монастырь на Святой Горе Афон; ΦΡ. αιώνιοι μοναί / αιώνιες μονές οι иные миры, жизнь после смерти Этим. < дргр. μένω «жить, проживать»6 …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • μονή — abiding fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονή — Βλ. λ. μοναστήρι ή μονή. * * * η (ΑΜ μονή) 1. μοναστήρι 2. τόπος διαμονής, κατάλυμα («ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῡ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν», ΚΔ) 3. τόπος στον οποίο μένει ή σταθμεύει κανείς προσωρινά, χάνι, πανδοχείο («τέτμηται δὲ διὰ τῶν μονῶν ἡ ὁδός» …   Dictionary of Greek

  • μονή — η το μοναστήρι: Στην Κύπρο επισκεφτήκαμε τη μονή του Κύκκου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μονῇ — μονάζω to be alone fut ind mid 2nd sg (doric) μονάζω to be alone fut ind act 3rd sg (doric) μονή abiding fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόνη — μόνος alone fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόνῃ — μόνος alone fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μόνη γὰρ ὧν πέπονθεν οὐκ ἔχει χάριν. — Μόνη γὰρ (γαστὴρ) ὧν πέπονθεν οὐκ ἔχει χάριν. См. Брюхо злодей: старого добра не помнит …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Μονή Κάψα — Οικισμός (4 κάτ.), του νομού Λασιθίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μακρύ Γιαλού …   Dictionary of Greek